Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

2011 is coming to an end!

Whatever happened, happened ...
Enjoy truly these festive days in peace and tranquility in your soul,with no hassles.Throw away the anxiety about tomorrow these few days. Let us sweeten our hearts and let beautiful scars in the hearts of our people.
On Monday we should start writing a new, blank page,for our lives. Let's get inspired, or even invent, another beautiful reality with love in our heart. Let us have more companions and do fewer enemies.
I hope the New Year be the dawn of optimism and
give us strength and courage to dream again with eyes open.
Let 2012 be the year that will highlight our true self
and will be able to realize what we are capable to do, but not
dared in the past. 
Εnjoy the beginning of the new year, as a positive start in life.
Health and happiness to all!

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Makes Me Wonder

Isn't it crazy how we can look back a year ago...and realize how
much everything has changed?The amount of people that have left
your life,entered,and stayed.The memories you won't forget and the
moments you wish you did.Everything.It's crazy how that happened all
in one year.


"Each time we don’t say what we want to say we’re dying. Make a list of how many times you died this week.written by Yoko Ono

The need to speak, even if one has nothing to say, becomes more pressing when one has nothing to say, just as the will to live becomes more urgent when life has lost its meaning.

-So say what you need to say today is short and tomorrow is not a guarantee.

Even if your hands are shakin' And your faith is broken; Even as the eyes are closin'; Do it with a heart wide open. Say What You Need to Say!"

-Say what you need to say today is short and tomorrow is not a guarantee.

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Christmas spirit

I have always thought of Christmas time, when it has come round, as a good time; 

Sadness the emotional pain

Sadness is silent, it is yours. It is coming because you are alone. It is giving you a chance to go deeper into your aloneness. Rather than jumping from one shallow happiness to another shallow happiness and wasting your life, it is better to use sadness as a means for meditation. Witness it. It is a friend! It opens the door of your eternal aloneness.

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τ’ άγριο μαλλί σου στην τρικυμία
το ραντεβού μας η ώρα μία
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
την εκκλησούλα με το καντήλι
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι

I wish

I wish I could leave you certain of the images in my mind, because they are so beautiful that I hate to think they will be extinguished when I am. Well, but again, this life has its own mortal loveliness. And memory is not strictly mortal in its nature, either. It is a strange thing, after all, to be able to return to a moment, when it can hardly be said to have any reality at all, even in its passing.

Hidden Treasure

"I’m attracted to the extreme light and the extreme dark. I’m interested in the human condition and what makes people tick. I’m interested in the things people try to hide."written by Johnny Depp

Take of your mask people. Show your real self! What is really hiding underneath?


  A second ago it would have been easier to grasp a word and repeat it once and then again, any one of those phrases one utters alone in a room without mirrors to prove to oneself that it’s not certain, that we are still alive after all, but now with weightless hands night is lulling the furious tide, and one by one images recede, one by one words cover their faces.

Alone Around Strangers

And I feel just like I’m living someone else’s life. It’s like I just stepped outside when everything was going right. May be surrounded by million people, I still feel all alone..
I just wanna go home.

Ο πληθυντικός αριθμός

Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.
Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.
Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.
Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

Ποιος φταίει;

Τελικά ποιος φταίει; Αυτός που λέει ψέματα ή αυτός που τα πιστεύει;; Αυτός που σε φτύνει ή εσύ που λες..ψιχαλίζει…; Αυτός που σε σκοτώνει ή εσύ που του δίνεις το μαχαίρι..; Αυτός που γελά ή εσύ που έγινες το αστείο….;;….

Το μονόγραμμα

Θά πενθώ πάντα — μ’ακούς; — γιά σένα, 
μόνος,στόν Παράδεισο 
Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές 
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος 
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός 
Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι 
Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας 
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα 
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου. 

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται 
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν 
Εάν είναι αλήθεια 
Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουζαν γλυκά 
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά 
Τά “πίστεψέ με” και τα “μή” 
Μιά στόν αέρα μιά στή μουσική 
Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας 
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο 
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες 
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί 
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες 
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού 
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από 
τούς καταρράχτες 
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ 
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό 
Στόν τοίχο μέ τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά 
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά 
Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό 
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο 
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος. 

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα 
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω 
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος 
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή 
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη 
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω 
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές 
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε 
Ακουστά σ’έχουν τά κύματα 
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς 
Πώς λές ψιθυριστά τό “τί” καί τό “έ” 
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο 
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά 
Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο 
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά 
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά 
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες 
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει 
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει 
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ 
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ 
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό 
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο 
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά 
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική 
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα 
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή 
Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο 
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα 
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου 
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι 
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο 
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς 
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου 
να μιλώ για σένα κα για εμένα.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς 
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ’ακούς 
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς 
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς 
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς 
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ 
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς 
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς 
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς 
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες 
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς 
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι 
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς 
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,ν’ακούς 
Τών ανθρώπων 
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει 
Στά νερά ένα– ένα , μ’ακούς 
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς 
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς 
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων 
βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς 
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς 
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω 
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς 
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους 
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς 
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς 
Τής αγάπης 
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε 
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς 
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς 
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας 
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς 
Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς 
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς 
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς 
Μές στή μέση τής θάλασσας 
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς 
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς 
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς 
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει- ακούς; 
ποιος γυρευει τον αλλο,ποιος φωναζει- 
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς 

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς 
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους 
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού 
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου 
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω 
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο 
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό 
Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει 
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι 
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα 
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι 
Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο 
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά 
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά 
Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού 
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου 
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό 
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο 
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς 
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής 
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης 
Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη 
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή 
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή 
Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει 
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια 
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο 
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα μ’όλα της τά βοτάνια 
Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική 
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη 
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ 
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο 
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή 
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση 
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή. 

Έχω δεί πολλά καί η γή μές απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη 
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς 
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα 
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα 
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς 
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά 
τής θάλασσας 
Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί 
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί 
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει 
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί 
Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου ! 
Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί 
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί 
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι 
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί 
Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί 
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί 
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο 
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο 
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού 
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο ! 

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί 
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα 
Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή 
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ 
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ 
Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.

— Οδυσσέας Ελύτης

My Life Be Like…

It’s times like these that make me say.. Lord if you see me please come my way.. Leavin’ bread crumbs for when I stray.. Rely on sacrifice and the price you paid.. Feel me like a fingertip.. Sometimes I fall I sleep.. My heartfelt desire be more like you.. Tryin’ not to quench your fire with the things I do…. 

The fear of never fallin’ in love.. And the tears after losin’ the feelings of what you thought love was like the dirt still up under the rug.. The highs and lows.. Paths and roads I chose… In the cold I froze.. Tryin’ to ease my woes.. In this world of sin.. Clothes to thin to fend.. So to God I send words of help to win.. In grumblings so deep letters could never express.. My life be like….

“Μια αστραπή η ζωή μας… μα προλαβαίνουμε.”

“Μια αστραπή η ζωή μας… μα προλαβαίνουμε.”
— Νίκος Καζαντζάκης

“Η καρδιά δε βολεύεται. Χέρια χτυπούν απόξω από τη φυλακή της, φωνές αφουγκράζεται στον αγέρα κι η καρδιά, γιομάτη ελπίδα, αποκρίνεται τινάζοντας τις αλυσίδες και σε μιαν αστραπή της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες φτερούγες.
Μα γρήγορα η καρδιά πέφτει πάλι αιματωμένη, έχασε πάλι την ελπίδα και την ξαναπιάνει ο Μέγας Φόβος.
Καλή η στιγμή, παράτα πίσω σου το νου και την καρδιά, τράβα μπροστά, κάμε το τρίτο βήμα.
Γλίτωσε από την απλοϊκή άνεση του νου που βάνει τάξη κι ελπίζει να υποτάξει τα φαινόμενα. Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδίας που ζητάει κι ελπίζει να βρει την ουσία.
Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος…
Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρη κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει!
Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν’ αφανίζουνται, και λέω: «Αυτό θέλω!»
Ξέρω τώρα δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία….”.. 


Sometimes when I'm alone, I wonder
Is there a spell that I am under
Keeping me from seeing the real thing?

Τι αξία ?

Τι αξία έχουνε ρε φίλε τα πολλά
αφού στα λίγα ατόφιο μέσα πάντα κρύβετε χρυσάφι.
Τι αξία έχουνε αυτά που είναι σωστά
αφού το γέλιο γεννιέτε από τα πιο μεγάλα λάθη.
Τι αξία έχουνε του κόσμου ολού τα χρόνια
αφού την ευτυχία απρόσμενα στην φέρνει μια στιγμή.
Τι αξία έχουνε τα περιττά τα λόγια
αφού η πιο μεγάλη αλήθεια κρύβετε μεσ’τη σιωπή.

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

x-mas all the way

                          It's christmas time :D!!!!
                          I wish you all a Merry Christmas!